Κείμενο
Κατάκοπα από το κρυφτό και το ποδόσφαιρο, τα παιδια κατευθυνόταν στο μοναχικό παγκάκι στην είσοδο του χωριού. Ήταν η ώρα που ο ήλιος έφευγε για να ξεκουραστεί πίσω απο τις απότομες κορυφές των βουνών, βάφοντας με μαβιά χρώματα τον καμβά του ουρανού.Τούτη, η πλαγιά που ήταν καρφωμένο το παγκάκι πρόσφερε μια θέα που σου κοβει την ανάσα.
Οι κάτοικοι το κτισαν εκεί με πέτρες που απλόχερα προσέφερε ο τόπος τους, για να ξαποσταίνουν αλλά και για να απολαμβάνουν την ομορφιά της φύσης, τόσο οι ίδιοι, όσο και οι επισκέπτες τους. Το πετρόκτιστο κάθισμα πρόσφερε, χρόνια τώρα στέγη, σε γενιές και γενιές νέων του χωριού, κυρίως όταν η ηρεμία της νύχτας έκλεινε τρυφερά στην αγκαλιά της, τις εφηβικές ανησυχίες που μοσχοβολούσαν ιδρώτα απο τα παιχνίδια της ημέρας. Μια τέτοια βραδιά , όπως όλα έδειχναν , θα εξελισσόταν και η αποψινή , με πρωταγωνιστή όπως πάντα τον τελευταίο καιρό , τον Πετρή.
” Το ίδιο σας έλεγα και χθες και προχθές. Έχω κουραστεί ναα προσπαθώ να αποσπάσω την προσοχή της μάνας μου από την τηλεόραση, μια η κουζίνα, μια το σίδερο, μια η σκούπα? Αμ , ο πατέρας; όταν δεν είναι στη δουλειά , είναι στο καφενείο ?” .
“Ακριβώς τα ίδια αντιμετωπίζωκαι γώ..”ανταπάντησε η Κατερίνα ” …απογοητεύτηκα ? όλο θα δούμε και θα δούμε μου απαντούν” είπε όλο παράπονο.
” Δηλαδή, όπως τα βλέπω, μάλλον πρέπει να ξεχάσουμε το παλιό αρχοντικό. Λες και τι ζητούσαμε δηλαδή; Ένα δωμάτιο για να βάλουμε τον υπολογιστή , τα βιβλία και το ποδοσφαιράκι μας . Εξάλλου, οικονομικά δεν επιβαρύναμε κανέναν και μάλιστα σε τέτοια εποχή οικονομικής κρίσης”, τα λόγια του Κώστα εξέφραζαν την απογοήτευση όλης της παρέας και των δέκα παιδιών αφού εδώ και τρείς μήνες είχε ξεκινήσει η προσπάθειά τους για να επισκευασθεί από τους μεγάλους το παλιό αρχοντικό της οικογένειας Μελίδη.
Οι κληρονόμοι της οικογένειας είχαν ανταποκριθεί στο αίτημα των νέων για την άτυπη παραχώρηση του κτιρίου σ? αυτούς προκειμένου να το χρησιμοποιούν ως αίθουσα αναψυχής .
Ο κύριος Θωμάς που εργαζόταν στον Δήμο, τους χάρισε την παλιά κεντρική μονάδα του υπολογιστή του αφού την αντικατέστησε με ένα λαπ τοπ. Ο Βασίλης, που έχει το καφενείο , τους χάρισε το παλιό ποδοσφαιράκι το οποίο είχε υποστεί ? όχι και τόσο ? σοβαρές φθορές από τον χρόνο. Τέλος, είχαν συγκεντρώσει βιβλία και επιτραπέζια παιχνίδια από το δικό τους προσωπικό αρχείο.
Τους θησαυρούς τους, υπολόγιζαν να στεγάσουν στο αρχοντικό , αφού πρώτα οι μεγάλοι έκαναν τις απαραίτητες επισκευές στα κεραμίδια που ο χρόνος τα είχε θρυμματίσει, και στα παντζούρια που είχαν δεχθεί τις ανελέητες επιθέσεις του βοριά και τώρα ζητούσαν απεγνωσμένα βοήθεια.
Τα παιδιά που δεν λάμβαναν μέρος στην συζήτηση κουνούσαν μόνο το κεφάλι τους. Συμφωνούσαν, σιωπηλά στα λεγόμενα των φίλων τους , αδύνατα ωστόσο να βρουν λύση. Ο Αριστείδης, ο μικρότερος της στην ηλικία, το στερνοπούλι της παρέας, άκουγε σκεπτικός . Ήθελε, να τους ακούσει όλους , έναν- έναν με την σειρά. Εδώ, και μέρες τώρα στριφογύριζε στο κεφάλι του μια ιδέα και περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να μιλήσει. Αφού , που οι μεγαλύτεροί του, είχαν εκφραστεί με απογοήτευση για το όνειρό τους , σηκώθηκε και πήρε τον λόγο.
“Δηλαδή, από ό,τι κατάλαβα πρέπει να κάνουμε τους γονείς μας να μας προσέξουν. Σωστά; Ας κάνουμε θόρυβο λοιπόν…” είπε.
” Τι λές Αριστείδη; ” τον διέκοψε η Ελένη. ” Δεν είναι ώρα για αστεία, μικρέ ! ” τον μάλωσε εκείνη με αυστηρό ύφος.
” Όχι, δεν κάνω πλάκα. Ποιοι είναι οι εχθροί μας , έχετε σκεφτεί; Να, σας πως εγώ λοιπόν: Δεν φθάνουν οι υποχρεώσεις τους ? που τις καταλαβαίνουμε απόλυτα ? έχουμε επιπλέον την τηλεόραση και το καφενείο. Ας, πάρουμε λοιπόν την θέση τους. Ας, γίνουμε εμείς η οθόνη της τηλεόρασης και το θέμα των συζητήσεων του καφενείου…”, ο Αριστείδης μιλούσε και δεν είχε πάρει ανάσα . Τώρα, περίμενε με αγωνία τις γνώμες των φίλων του. Οι στιγμές που ακολούθησαν του φάνηκαν αιώνας. Ωχ! σκέφθηκε, τώρα θα αρχίσουν τα γέλια.
Αλλά ,αντί για γέλια, τα παιδιά ξεσπούν σε χειροκροτήματα: ” Μπράβο μικρέ? είσαι πρώτος μικρέ ?είσαι τεράστιος μικρέ?” η ελπίδα και ενθουσιασμός κάνουν την εμφάνισή τους πρώτη φορά στην παρέα μετά απο πολύ καιρό.
Όλα μετά πήραν πολύ γρήγορα τον δρόμο τους . Πρώτα έγινε η κατανομή των δημοσιογραφικών ρόλων και αφού συζητήθηκαν οι λειτουργικές λεπτομέρειες, ξεκίνησαν όλοι μαζί για το καφενείο.
Η ώρα κόντευε οκτώ και το δελτίο ειδήσεων έπρεπε να βγει απευθείας στον αέρα. Δεν υπήρχε χρόνος για δοκιμαστικά γυρίσματα. Όταν η δημοσιογραφική ομάδα πλησίασε , οι θαμώνες του καφενείου είχαν στρέψει την προσοχή τους στο δελτίο ειδήσεων. Η δημοσιογράφος μιλούσε πάλι για τα άδικα και ισοπεδωτικά κοινωνικά μέτρα , για την αύξηση της ανεργίας , για το έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού.
” Τί περίεργο..¨” σκέφτηκε ο Πετρής, καθώς κοιτούσε με απορία τους άνδρες στο καφενείο να έχουν την πρόσοχή τους προσηλωμένη στην οθόνη της τηλεόρασης και να ρουφάνε με μανία τα απαισιόδοξα λόγια της δημοσιογράφου . ” Λές , και ακούνε κάθε βράδυ τα πιο ευχάριστα και τα πιο αισιόδοξα νέα του κόσμου”.Η έντονη απορία του , έγιναν λέξεις με παράπονο , που βγήκαν απο το στόμα του χωρίς εκείνος να το καταλάβει . Είχε, ήδη φθάσει στο τραπέζι που καθόταν ο πατέρας του, μαζί με την υπόλοιπη παρέα.
“Πατέρα, μπορούμε λίγο να έχουμε την πρόσοχή σας; ” ο Πετρής , είχε σταυρώσει τα χέρια στο στήθος, είχε βγάλει το αριστερό του πόδι, ένα βήμα μπροστά και περίμενε σε θέση μάχης την απάντηση. Γύρω του, στάθηκαν οι φίλοι του , δηλώνοντας έτσι την ισχύ και την αποφασιστικότητα της ομάδας.
Ο πατέρας του πετρή γύρισε με απορία το κεφάλι του , προς το μέρος τους : ” Τι καμώματα , είανι αυτά; Πήγαινε, σπίτι Πετρή και θα΄ρθω να τα πούμε. Δεν είναι ώρα ούτε ο τόπος για εδώ…” δεν πρόλαβε όμως να αποσώσει την φράση του , ο Πετρής συνέχισε ακάθεκτος:
” Όχι! δεν πάω σπίτι. Ούτε εγώ, ούτε οι υπόλοιποι . Ήρθαμε εδώ απόψε αποφασισμένοι να μας ακούσετε , και δεν θα φύγουμε αν δεν γίνει αυτό…” είπε με πείσμα ο Πετρής, τονίζοντας με στόμφο μια μια τις λέξεις.
Όλοι, τώρα είχαν γυρίσει και κοιτούσαν την παρέα των παιδιών, λες και μπροστά τους έβλεπαν, ανθρώπους απο άλλο πλανήτη. ” Τι , θα γίνει παιδιά , απόψε; ” ο κυρ Βασίλης ο καφετζής προσπάθησε να πραστατέψει την ενημέρωση των θαμώνων του καφενείου του, μιας και ο πελάτης έχει πάντα δίκιο, όπως έγραφε και η παλιά ξύλινη ταμπέλα, που έχασκε στον τοίχο.
Η συζήτηση , άναψε και απο τους υπολοίπους γονείς που προσπαθούσαν να συνετίσουν τα καμάρια τους : ” Αντέστε , στο παγκάκι τώρα…άμα πάμε σπίτι θα τα πούμε… ενοχλείς παιδί μου, βλέπω ειδήσεις…” λόγια σκόρπια, φωνές ανακατεμένες και η καημένη ή δημοσιογφράφος στην οθόνη εξακολουθούσε μάταια να μεταδίδει τις ειδήσεις.
Ο Αριστείδης , απο θέση ασφαλείας- αφού δεν τον βοηθούσε το ύψος των δέκα χρόνων του – έβλεπε με τρόμο, το σχέδιό του να ναυαγεί. Τι ατυχία! σκέφτηκε. Όχι, μόνο το αρχοντικό δεν θα επισκευάσουμε, αλλά θα χάσω και την εκτίμηση των φίλων μου τώρα που μου δόθηκε η ευκαιρία να με προσέξουν, αφού συνεχώς μου λένε:¨” Πάψε εσύ…είσαι μικρός δεν ξέρεις…” . Ε , όχι λοιπόν.. δεν θα το αφήσω έτσι . Σηκώθηκε, στις μύτες των ποδιών του, έβαλε όση ένταση είχε η φωνή του κια φώναξε:
” Παιδιά..παιδιά…ηρεμήστε ….εμείς εδώ….” σταμάτησε. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Αυτός και η δημοσιογράφος μιλούσαν απόψε χωρίς κοινό.Προσπάθησε πάλι. Το ίδιο αποτέλεσμα. Ξαφνικά, μπροστά του μια ψάθινη καρέκλα του κλεινε πονηρά το μάτι. Ο Αριστείδης, την κοίταξε και χωρίς δεύτερη σκέψη άπλωσε το χέρι του στηρίχτηκε και ανέβηκε πάνω. δεν του αρκούσε όμως. Με εναν μεγάλο σάλτο βρέθηκε στο διπλανό τραπέζι. Απο κει , σαν κυρίαρχος του χώρου πια, φώναξε:
” Είμαστε, εδώ, γιατί πρώτα θέλουμε να μας δείτε και μετά να μας ακούσετε! Αυτό που ζητάμε απο σας , είναι να βοηθήσετε στις επισκευές του παλιού αρχοντικού ….” σταμάτησε για λίγο , να γεμίσει με αέρα τα πνευμόνια του και συνέχισε: “… τρείς μήνες τώρα όλο θα δούμε και θα δούμε , μας απαντάτε…” . Τα κεφάλια μικρών και μεγάλων ήατν στραμμένα με απορία στο τραπέζι του Αριστείδη.
” … γι αυτο τον λόγο, είμαστε εδώ , απόψε ακούει κανείς;” συνέχισε ο Πετρής τα λόγια του Αριστείδη , που χε και κείνος ήδη ανέβει σε ενα απο τα τραπέζια του καφενείου , κλείνοντας το μάτι στον Αριστείδη.
” …θέλουμε να αποσπάσουμε την προσοχή σας για λίγο. Απο τις υποχρεώσεις σας , απο τις αγωνιές σας απο την οθόνη….” φώναξε η Κατερίνα ανεβασμένη και κείνη στο απέναντι τραπέζι.
” …προσηλωμένοι στην οθόνη παρακολουθείται ειδήσεις απόψε όπως και χθές και προχθές…” φώναξε ο Σταύρος απο το ακρινό τραπέζι.
” …ειδήσεις που μόνο απαισιοδοξία και απογοήτευση σας γεμίζουν…” φώναξε η Ελένη απο το δικό της τραπέζι.
Μέσα σε λίγα λεπτά οι νεαροί εισβολείς του καφενείου είχαν ανέβει σε όλα τα τραπέζια , με τα κεφάλια τους να απέχουν , λίγους μόνο πόντους απο την οροφή, σαν τις καρυάτιδες στο Ερέχθειο της Ακρόπολης. Οι γονείς απο κάτω, έκπληκτοι τους κοιτούσαν με αμηχανία.
Ο κυρ Βασίλης , ο πιο ψύχραιμος πήρε τον λόγο: ” Εδώ…που τα λέμε μάλλον έχουν δίκιο τα παιδιά…” Συγχωρήστε μας….αλλά η καθημερινότητα πολλές φορές μας παίρνει απο κάτω και ιεραρχούμε λάθος τις προτεραιότητες…”
” Σωστά…” συμφώνησε πάνω απο το τραπέζι ο Αλέξης ” το γεγονός ότι είμαστε μικροί δεν σημαίνει , ότι αυτά που ζητάμε είναι και ασήμαντα…”
Ο πατέρας του Πετρή έβλεπε και έκουγε τόση ώρα σκεπτικός. Σε λίγο, σηκώθηκε απο την θέση του και πήγε κοντά στο γιό του. Τον κοίταξε ίσια στα μάτια, άπλωσε το χέρι του προς το μέρος του και του είπε:
” ‘Ελα Πετρή μου…κατέβα σε παρακαλώ απο το τραπέζι..κατεβείτε και σεις οι υπόλοιποι παιδιά. Αύριο, πρωι – πρωί μας περιμένει σκληρή δουλειά”.
” Δηλαδή;” ρώτησε τον πατέρα του, ο Πετρής με δυσπιστία , χωρίς να αποτολμά να κατέβει απο το τραπέζι. Όχι, πριν πάρει τις διαβεβαιώσεις που ζητούσε.
Ο κυρ Παντελής , σηκώθηκε απο την καρέκλα του για να παρέμβει με θάρρος στην συζήτηση.
” Τα κεραμίδια θα τα κουβαλήσω εγώ με το φορτηγάκι μου. Αύριο , θα κατέβω και για δική μου δουλειά στήν πόλη. Ευκαιρία , είναι…και συ Γιώργη, τι στριμώχτηκες εκεί και δεν μιλάς ; Μαραγκός δεν είσαι; Τα παιδιά μας , μας χρειάζονται …” είχε στρέψει το βλέμμα του στον Γιώργη τον μαραγκό που είχε στριμωχτεί στην γωνία και παρακολουθούσε άφωνος.
Ο Γιώργης ο μαραγκός ο πατέρας της Κατερίνας, ο Βασίλης ο καφετζής ο πατέρας του Αριστείδη, ο Αναστάσης που δεν ήταν πατέαρς κανενός αλλά ένιωθε τούτη την στιγμή ότι αυτά τα παιδιά ήταν και δικά του, όλοι μαζί ανέλαβαν να αποκαταστήσουν την διπλή ζημιά: στο αρχοντικό του Μελίδη και στις ψυχές των παιδιών.
Τα παιδιά κατέβηκαν απο τα τραπέζια, ζητωκραυγάζοντας, αγκαλιάστηκαν με τους γονείς τους και αποχώρησαν για να πάρουν τον δρόμο για τα σπίτια τους, φωνάζοντας που και που ” ζήτω” και ” μπράβο” . Στο χώρο του καφενείου είχε επιστρέψει η ηρεμία καθώς οι γονείς τους κλεισμένοι στις σκέψεις του και ίσως , ίσως και στις ενοχές τους τα παρακολουθούσαν καθώς ξεμάκραιναν στο δρόμο.
Δύο μήνες απο εκείνη την βραδιά ο πατέρας του Πετρή μαζί με τον Γιώργη στεκόντουσαν με θαυμασμό έξω απο το επισκευασμένο πια, αρχοντικό του Μελίδη.
” Εκείνο το βράδυ , έμεινε τελικά χαραγμένο στη μνήμη όλων μας …”
” Έτσι, είναι . Ο καθένας πήρε φυσικά το μάθημά του και κυρίως την ευκαιρία του, σ αυτή την σχέση. Αρκεί, να τα βλέπεις και να τα ακούς…” απάντησε ο Γιώργης.
” Έχεις απόλυτο, δίκιο! Προς γνώση και συμμόρφωση , λοιπόν, φίλε μου”.
Εκείνη την στιγμή ακούστηκαν χαρούμενες και ανυπόμονες φωνές. Τα παιδιά είχαν ξεχυθεί, όπως το μελίσσι απο την κυψέλη του , απο τις σκάλες του αρχοντικού. Στην αυλή που είχαν συγκεντρωθεί όλοι οι κάτοικοι του χωριού για να γιορτάσουν μαζί τους , μοσχοβολούσαν φαγητά και γλυκίσματα που οι μητέρες είχαν ετοιμάσει.
” Λοιπόν , Πετρή ευχαριστημένος; Θέλετε , κάτι άλλο;”
” Τίποτα άλλο, πατέρα. Αρκεί , να μας ακούτε…” .


